Διαδικτυακό περιοδικό ΝΕΟΣ ΕΣΠΕΡΟΣ online της ομάδας συντακτών του περιοδικού ΥΦΟΣ * http://www.yfos-texnes.blospot.gr

Έσπερος ένα από τα καλλιτεχνικά περιοδικά πριν το 1900, τα οποία άφησαν εποχή στον ελληνικό δημοσιογραφικό κόσμο.

Ο Έσπερος εκδόθηκε το 1811 στην Λειψία από τον Ιωάννη Περβάνογλου,και συνεχίστηκε να εκδίδεται επί επτά έτη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

**

Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».
Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)
γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.

καλή ανάγνωση.....

καλή ανάγνωση.....
καλή ανάγνωση......

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

"ΤΟ ΣΚΑΤΩΜΑ ΤΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ", 23/24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1942




"ΤΟ ΣΚΑΤΩΜΑ ΤΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ", 23/24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1942
.
[...] Απορροφημένος από τις σκέψεις, έστριψε αριστερά προς την εκκλησιά των Αγίων Πάντων, να μην αργήσει που τον περιμένανε στο σπίτι του Μίμη για φαγητό.
Στρίβοντας, έμεινε αποσβολωμένος. Οι ιταλοί, είχανε αποκαλύψει τι κάνανε τόσες μέρες πίσω από τις καναβάτσες, στο πλαϊνό χώρο της εκκλησίας. Είχανε αφαιρέσει τη μπρούτζινη προτομή του πρώτου βρετανού αρμοστή Μαίτλαντ και στη θέση της είχαν τοποθετήσει σε κυλινδρικό βάθρο, τη προτομή του Φώσκολου, μεταφερμένη απ’ τη πλατεία Σολωμού. Στο τοίχο της εκκλησίας, είχαν τοποθετήσει δύο μεγάλα προφίλ πορτραίτα, δεξί και αριστερό, του Ντούτσε, να κοιτάζει αρειμάνιος το Φώσκολο. Του ήρθε το αίμα στο κεφάλι. Όχι, βέβαια, για τον Μαίτλαντ, που ως βέρος ζακυνθινός, αταβιστικά και από έθιμο τον είχε εντελώς χεσμένο, αλλά γιατί στη βάση της προτομής είχαν γράψει:
ZANTE D’ ITALIA AL UGO FOSCOLO 1 MAGGIO XIX10
[Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΥΓΚΟ ΦΩΣΚΟΛΟ, 1 ΜΑΪΟΥ (του φασιστικού έτους) 19]
«Η Ζάκυνθος της Ιταλίας; Τι λέτε, βρε καθίκια του κερατά». Έφυγε τρέχοντας, φτύνοντας και βλαστημώντας ό,τι περνούσε απ’ το μυαλό του. 
[...]
«Τα ξεθεώματα οι Ιταλοί, στήσανε μνημείο στους Αγίους Πάντες».
Βροχή οι ερωτήσεις, απ’ όλες μαζί. Πότε, πως, τι.
Η απάντηση στερεότυπη σε όλες:
«Πορτραίτα σας λέω, πορτραίτα του κερατά του Μουσολίνι στον τοίχο, και μπροστά τους, το άγαλμα του Φώσκολου της πλατείας Σολωμού».
«Κι ο Μαίτιλας»
«Καλλιά του».
[...]
Ο Μίμης και ο Σπύρος είχαν αγανακτήσει από την καθημερινή μουρμούρα του.
«Κάνε υπομονή, ηρέμησε», ο ένας.
«Χέσ’ τους κι ασ’ τους» ο άλλος, προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν. Ξάφνου, σε εκείνο το «Χέσ’ τους κι ασ’ τους» βρήκε τη λύση. 
Θα σκάτωνε τις αφίσες του Ντούτσε «και μόνος και μετά πολλών», όπως τύχαινε. Αρχισε να αναρωτιέται με ποιους και πότε. Από την παρέα, εκείνοι που μπορούσαν πια να βοηθήσουν ήταν δύο: ο Σπύρος «το χτικιό» και ο Γιάννης ο Καλαμπάκας.
[...] Στους άλλους τελικά τα είπε χωριστά. Κι ο δύο, δέχτηκαν αμέσως, λες και είχαν το ίδιο μαράζι με το δικό του, τόσον καιρό κι ας μη μιλάγανε. Βαλθήκανε να βρουν κουτιά. Με τα πολλά, σε ένα βομβαρδισμένο μαγαζί της Πλατείας Ρούγας, βρήκανε τρία μεγάλα κονσερβοκούτια ντομάτας κι ένα μαλαθούνι. Διαλέξανε νύχτα αφέγγαρη. Αργά το απόγευμα, γέμισαν τα κονσερβοκούτια με βρωμιές από το αποχετευτικό αγωγό που έβγαινε στον Μπάγκο και τα μεταφέρανε μέσα στο μαλαθούνι, στο ξεκομμένο από την εκκλησία πυργωτό καμπαναριό των Αγίων Πάντων. Να ανοίξουνε, ξέρανε πως. Ο νόντσολος ο Τάσης, έκρυβε το κλειδί σε μια τρύπα δίπλα στη πόρτα, πράγμα γνωστό σε όλους τους φαλαγγίτες της ΕΟΝ που κάνανε υπηρεσία αεράμυνας στην κορυφή του.
Λίγο πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας, τρύπωσαν ένας - ένας στο καμπαναρίο και κρύφτηκαν στις πάνω σκάλες του, περιμένοντας το σκοτάδι.
[...]
Μετρούσαν τις ώρες με τους χτύπους του ρολογιού του Φόρου και υπολογίζανε τις αλλαγές των σκοπών της Νομαρχίας και των δύο καζίνων. Ήταν μια νύχτα σκοτεινή, βουτηγμένη στη συσκότιση. Από το Τουρίστ, ακουγόντουσαν φωνές και τραγούδια μισο-πνιγμένα από τα βαριά παραπετάσματα. Το πεζό περίπολο της Καραμπινιερίας πέρασε τρεις φορές στο διάστημα τεσσάρων ωρών. Στις οχτώμιση, στις δέκα, στις εντεκάμιση. Ένας ποδηλάτης υπαξιωματικός, που έκανε έφοδο στις σκοπιές, πέρασε κατά τις έντεκα, σφυρίζοντας τη «Τζοβινέτσα» και κάνοντας δυνατό πετάλισμα και ρολάρισμα της αλυσίδας, για καλό και για κακό, μην αρπάξει καμιά ξόφαλτση σφαίρα από τους σκοπούς ή τα περίπολα.
Το τελευταίο τέταρτο πριν τα μεσάνυχτα, το πέρασαν πίσω από τη πόρτα, έτοιμοι. Με το που άρχισε να χτυπά το ρολόι «δώδεκα», όρμησαν και οι τρεις ανοίγοντας διάπλατα τη πόρτα, πέρασαν μπροστά από το κλειστό καφενείο του Μακρή και αδιαφορώντας για όλα, για τους σκοπούς, τα περίπολα, τον ποδηλάτη, τους θαμώνες του Τουρίστ, τους μεθυσμένους που θα έψαχναν την καζέρμα τους, άρχισαν τη διακόσμηση του Ντούτσε και της επιγραφής στη βάση του αγάλματος. 
Οι δύο, που είχαν αναλάβει τις αφίσες με κάτι πανιά δεμένα με σπάγκο γύρω από ένα κοντό ξύλο, ετούτος, που είχε την επιγραφή, με τα χέρια για να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα, καθώς η αυτοσχέδια βούρτσα σκάλωνε στα χάλκινα γράμματα. Όλα γίνανε σε ελάχιστα λεπτά. Οι δύο τελειώσανε πρώτοι και όπως είχαν συμφωνήσει, έφυγαν τρέχοντας. Έμεινε μόνος του με το κονσερβοκούτι στο χέρι ακόμα μισογεμάτο, να κοιτάει τη βάση του αγάλματος και να προσπαθεί να φανταστεί αν ήταν αρκετά λερωμένη. Το παράτησε στη βάση κι έκανε να φύγει, όμως ξαφνικά το λυπήθηκε που θα πήγαινε χαμένο, το ξαναπήρε κι έκανε να αμολήσει το περιεχόμενο στο άγαλμα, λέγοντας «όρσε και σε σένα που πήγες με δαύτους».
[...]
Με το πρώτο φως, τα περίπολα πρώτα διαπίστωσαν το λέρωμα του μνημείου. Ολόκληρη η γειτονιά των Αγίων Πάντων ξύπνησε απο τις φωνές και τα τρεχάματά τους. Πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα με τις γρίλιες μισάνοιχτες, ίσα που να τους επιτρέπουν να βλέπουν τι γίνεται, οι γείτονες προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Περίπολα απέκλεισαν τη περιοχή και άρχισαν να ψάχνουν γύρω. Βρήκαν μόνο τις αυτοσχέδιες βούρτσες και τα κονσερβοκούτια στο νέο κήπο του αγάλματος. Τίποτε άλλο. Κανείς άλλωστε δεν έμαθε και τίποτε περισσότερο ποτέ. Έτσι, μη έχοντας πως αλλιώς να τιμωρήσουν τους ζακυνθινούς, προχώρησαν στη σύλληψη προσωπικοτήτων, τους οποίους κράτησαν χωρίς κατηγορία μερικές ημέρες, περιόρισαν την κυκλοφορία, Μάρτη μήνα, από τις πέντε το απόγευμα και διέκοψαν τη χορήγηση ψωμιού με δελτίο, ελπίζοντας πως κάποιος θα αγανακτούσε και είτε επώνυμα, είτε ανώνυμα στη bocca di leone, θα κατέδιδε τους ενόχους.
Δεκαπέντε μέρες βάσταξαν αυτά τα μέτρα. Δεκαπέντε μέρες πείνας για τις φτωχές γειτονιές της Χώρας[...] 
Δεκαπέντε μέρες παράπονου και καημού, συνοδευόμενου από χτυπήματα των χεριών και λίκνισμα του κορμιού, «τα γλυκιάρικαα- αα, τα γλυκιάρικα, δεν βρήκανε τίποτ’ άλλο να τσου κάνουνε;».

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ "ΤΑ ΓΛΥΚΙΑΡΙΚΑ", ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «ΕΞΑΛΑΠΑΞΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 2007
(Σημείωση: Ο αφηγητής και ένας από τους τρεις της ιστορίας ήταν ο πατέρας του συγγραφέα Ντίνος Κουρκουμέλης.
Oι τρεις συντελεστές του εγχειρήματος, είναι οι Ντίνος Α. Κουρκουμέλης, Σπύρος Πόθος και Γιάννης Σεμιτέκολος- Καλαμπόκας.
Οι τρεις νεαροί ζακυνθινοί, που η λήξη του πολέμου τους βρήκε ενταγμένους σε διαφορετικές αντιστασιακές οργανώσεις, παρέμειναν φίλοι και μέχρι το θάνατό τους δεν δημοσιοποίησαν την πράξη τους.)

[ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ: Ο Νίκος Κ. Κουρκουμέλης γεννήθηκε στην Ζάκυνθο και μεγάλωσε στην Κέρκυρα.
Είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. ΄Εχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την Ιστορία του Επτανησιακού Χώρου, Αντιστράτηγος εν αποστρατεία.]
.
[ΟΥΓΚΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ (Ugo Foscolo) (1778-1827): Εθνικός ποιητής της Ιταλίας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ζάκυνθο. Γιος του γιατρού Αντρέα Φόσκολο, Ενετού γεννημένου στην Κέρκυρα, και της Ελληνίδας Διαμαντίνας Σπαθή]
.
[ΘΩΜΑΣ ΜΑΙΤΛΑΝΤ: Λόρδος Ύπατος Αρμοστής στα Ιόνια Νησιά επί Άγγλων].
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- Oι ΤΡΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ του εγχειρήματος, από αριστερά Ντίνος Α. Κουρκουμέλης, Σπύρος Πόθος, Γιάννης Σεμιτέκολος- Καλαμπόκας.
- Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ, ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΒΑΛΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ.
- Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΥ ΑΡΜΟΣΤΗ ΜΑΙΤΛΑΝΤ (ΜΕΤΗΛΑ) ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ]
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου